Χάγη: Υπέρ της Γερμανίας η απόφαση για το Δίστομο Ναζιστικά εγκλήματα













Υπέρ της Γερμανίας η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, σχετικά με τις αποζημιώσεις για τα ναζιστικά εγκλήματα. Το Δικαστήριο τάχθηκε κατά των θετικών αποφάσεων ιταλικών δικαστηρίων σχετικά με τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για την περίπτωση του Διστόμου. Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, η Ρώμη δήλωσε πως θα τη σεβαστεί, ενώ ο καθηγητής Στέλιος Περράκης, ο οποίος εκπροσώπησε την Ελλάδα στην παρέμβαση που έκανε στη Χάγη, δήλωσε πως «ο αγώνας για τη διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων συνεχίζεται» και πως το ελληνικό κράτος «θα πρέπει να προχωρήσει στη διεκδίκηση».


Το βασικό νομικό διακύβευμα της δίκης αφορούσε το δικαίωμα στην ετεροδικία, δηλαδή το δικαίωμα της Γερμανίας να μην δικάζεται ως κράτος από δικαστήρια άλλων χωρών και επομένως να μην αναγνωρίζει τις αποφάσεις ξένων δικαστηρίων (στην προκειμένη περίπτωση της Ιταλίας), όταν αυτά κρίνουν ότι η Γερμανία θα πρέπει να πληρώσει για τις θηριωδίες των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης τα ιταλικά δικαστήρια παραβίασαν το δικαίωμα ετεροδικίας της Γερμανίας, εγκρίνοντας κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου για να αποζημιώσουν τις οικογένειες των θυμάτων του ναζισμού στην Ιταλία, αλλά και του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο και επιδίκασε 28 εκατομμύρια ευρώ στα θύματα του Διστόμου.

«Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η άρνηση των ιταλικών δικαστηρίων να αναγνωρίσουν την ασυλία συνιστά παράβαση των υποχρεώσεών τους απέναντι στο γερμανικό κράτος» ανακοίνωσε ο δικαστής Χισάσι Οουάντα, κατά την ανάγνωση της απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση στο Μέγαρο της Ειρήνης στη Χάγη.

Παρών κατά την ανακοίνωση της απόφασης του Δικαστηρίου, ήταν και ο εκπρόσωπος της Ελλάδας, καθηγητής Στέλιος Περράκης, καθώς η Ελλάδα έχει παρέμβει υπέρ της Ιταλίας στην υπόθεση.
Το ιστορικό του δικαστικού αγώνα για το Δίστομο
Ο δικαστικός αγώνας ξεκίνησε το 1995 από τον νομικό και πρώην ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Ιωάννη Σταμούλη, ο οποίος κατέθεσε αγωγή με την οποία οι κάτοικοι ζητούσαν αποζημιώσεις ύψους 60 εκατ. ευρώ για ηθική ικανοποίηση για τις θηριωδίες στο Δίστομο.

Το 1997 εκδίδεται η υπ’ αριθ 137/97 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία δικαιώνει τους Διστομίτες και επιδικάζει αποζημίωση για ψυχική οδύνη.

Το 2000 το γερμανικό δημόσιο ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να δικάζεται σε ξένη χώραγια τα εγκλήματα που διέπραξε στο παρελθόν. Εκδίδεται η υπ΄ αριθ. 11/2000 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως του γερμανικού δημοσίου.

Η Γερμανία αρνείται να καταβάλει τα ποσά που διά της ως άνω δικαστικής αποφάσεως οφείλει και έτσι ο Ιωάννης Σταμούλης προχωρά σε αναγκαστική εκτέλεση κατά των περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου στην Ελλάδα. Το γερμανικό δημόσιο ασκεί αμέσως ανακοπή (το 2002). Η ανακοπή γίνεται δεκτή από το ελληνικό δικαστήριο και ως εκ τούτου οι Διστομίτες δεν μπορούν να εισπράξουν τα χρήματά τους.

Το 2004 ο Ι. Σταμούλης επικαλείται τον Κανονισμό 44/2001 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δυνάμει του οποίου η ελληνική αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου της Λιβαδειάς μπορεί να κηρυχτεί εκτελεστή σε άλλο κράτος- μέλος της Ε.Ε.

Επιλέγει την Ιταλία προκειμένου να κινήσει αυτή τη διαδικασία και το Νοέμβριο του 2008 (μετά από τετράχρονο αγώνα και στην Ιταλία) κηρύσσεται εκτελεστή η απόφαση της Λιβαδειάς στην ευρωπαϊκή αυτή χώρα.

Η Γερμανία προσφεύγει στη Χάγη θέτοντας το ερώτημα κατά πόσον η Ιταλία έπραξε νόμιμα αναγνωρίζοντας στους κατοίκους του Διστόμου το δικαίωμα να αποζημιωθούν από τα περιουσιακά στοιχεία της Γερμανίας στην Ιταλία. Η Γερμανία ζητά να αναγνωριστεί το προνόμιο της ετεροδικίας σε δίκες που αφορούν αποζημιώσεις σε θύματα των ναζιστικών θηριωδιών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Ρώμη «σέβεται» την απόφαση

«Η Ιταλία σέβεται την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, έστω κι αν το περιεχόμενό της δεν συμπίπτει με τις θέσεις της κι εννοεί να αντιμετωπίσει με την Γερμανία το θέμα των οδυνηρών γεγονότων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης της Ρώμης Τζούλιο Τέρτσι.

Στις δηλώσεις του για την απόφαση, ο Τέρτσι προσθέτει:«έστω και αν η απόφαση δεν συμπίπτει με τις θέσεις μας, θεωρούμε ότι προσφέρει μια χρήσιμη συμβολή που θα οδηγήσει προς μια συνολική διευθέτηση, ιδίως υπό το φως της αναφοράς του Δικαστηρίου στην σημασία των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δυο πλευρές για να εξευρεθεί μια λύση».

Ο επικεφαλής της ιταλικής διπλωματίας πρόσθεσε ότι «η Ιταλία εννοεί να συνεχίσει, όπως έκανε ως τώρα, να αντιμετωπίζει μαζί με την Γερμανία όλες τις διαστάσεις των προβλημάτων που απορρέουν από τα οδυνηρά συμβάντα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε μια προοπτική διαλόγου και προστασίας των αιτημάτων δικαιοσύνης των θυμάτων και των οικογενειών τους».
Στ. Περάκης: Ο αγώνας για τις γερμανικές αποζημιώσεις συνεχίζεται

Την άποψη ότι «ο αγώνας για τη διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων συνεχίζεται» και πως το ελληνικό κράτος «θα πρέπει να προχωρήσει στη διεκδίκηση», εκφράζει ο καθηγητής Στέλιος Περράκης, ο οποίος εκπροσώπησε την Ελλάδα στην παρέμβαση που έκανε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.

Ερωτηθείς, σχετικά με την απόφαση του δικαστηρίου, που αποδέχθηκε τις θέσεις της γερμανικής πλευράς, ο κ. Περράκης δήλωσε: «Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου είναι σαφώς σε μία συντηρητική γραμμή με μία εξαιρετικά στενή ερμηνεία του ισχύοντος Διεθνούς Δικαίου, ιδίως του εθιμικού Διεθνούς Δικαίου, με την έννοια ότι δεν διαπίστωσε καμία μετακίνηση πρακτικής στο θέμα της ετεροδικίας των κρατών, όταν μάλιστα τίθεται ζήτημα από την πλευρά ιδιωτών οι οποίοι με αγωγές τους επικαλούμενοι παραβιάσεις σοβαρές, ανθρωπιστικού δικαίου και δικαιωμάτων του ανθρώπου, σε διάρκεια ένοπλων συρράξεων, κατοχής κ.λπ., ζητούν επανόρθωση. Είναι ένας δρόμος που ακολουθήσαμε και στην Ελλάδα, είναι ένας δρόμος που είναι η καινούργια, αν θέλετε, αντίληψη, πέρα από την κλασσική παραδοσιακή, της διακρατικής συνεννόησης προκειμένου να υπάρξουν επανορθώσεις».

«Το Δικαστήριο», όπως εξήγησε ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων «θεώρησε ότι η Ιταλία με τις δικαστικές αποφάσεις που έχει εκδώσει, αποδεχόμενη τα αιτήματα ιδιωτών, παραβίασε τις διεθνείς υποχρεώσεις συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων εκτέλεσης των δικών μας Δικαστηρίων, του Πρωτοδικείου Λειβαδιάς και του Αρείου Πάγου σχετικά με την υπόθεση σφαγής του Διστόμου, καθώς επίσης και για την κατάσχεση της βίλας Vigoni. Αυτή είναι η μία, πρώτη ανάγνωση που μπορεί να κάνει κανείς και σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να πω ότι είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος από την πλειοψηφία του Δικαστηρίου, αφού υπάρχουν και τρεις Δικαστές οι οποίοι ακολουθούν άλλη κατεύθυνση, βλέπουν διαφορετικά τη θέση του ατόμου σήμερα στο διεθνές γίγνεσθαι και μάλιστα μπροστά στην κρατική κυριαρχία, η οποία προσπαθεί να κρύψει τα εγκλήματα τα φοβερά τα οποία κάνει το κράτος».

«Από την άλλη πλευρά το Δικαστήριο», σύμφωνα με τον κ. Περράκη, «ξεκαθάρισε ότι θα πρέπει η Ιταλία και η Γερμανία, άρα το επεκτείνουμε τώρα αυτό γιατί αυτό ενδιαφέρει κι εμάς, θα πρέπει να προχωρήσουν σε συνομιλίες προκειμένου να διευκρινιστεί τί ακριβώς μέλλει γενέσθαι με τα ζητήματα των επανορθώσεων. Δηλαδή το Δικαστήριο θέλει να επαναφέρει σε διακρατικό επίπεδο συνεννόησης το θέμα των επανορθώσεων. Άρα λοιπόν η συνέπεια αυτής της απόφασης είναι ότι έστω και αν είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι Δικαστές δεν διαπιστώνουν εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου, το θεωρούν σαν να είναι κάτι παγωμένο, ενώ δε νομίζω ότι τα πράγματα είναι έτσι, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι σοφότεροι να ξέρουν αυτοί».

«Σε κάθε περίπτωση», καταλήγει ο καθηγητής, «δείχνει ότι ο αγώνας για τη διεκδίκηση των Γερμανικών επανορθώσεων συνεχίζεται και σημαίνει ότι το κράτος, δηλαδή και η Ελληνική Δημοκρατία θα πρέπει πια αυτή να προχωρήσει στην διεκδίκηση με τυπικό τρόπο. Δηλαδή να ξαναπιάσει τη σκυτάλη από εκείνη την περίφημη ρηματική διακοίνωση του 1995, η οποία έμεινε αναπάντητη και επί πολλές δεκαετίες μετά, βέβαια αυτό είναι μία απόφαση πολιτική, δεν ανήκει σε μένα, λέω την προσωπική μου άποψη αυτή τη στιγμή, προκειμένου να διεκδικήσουμε τις επανορθώσεις για όλα τα ολοκαυτώματα που γίνανε στην Ελλάδα, καθώς επίσης, αυτοτελές ζήτημα είναι αυτό, το θέμα του αναγκαστικού δανείου του 1942-1943. Ξέρετε, ο αγώνας για την δικαίωση είναι μακρύς και δυστυχώς ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος δεν λέει ακόμα να κλείσει, πόσο μάλιστα όταν βγαίνουν και τέτοιες αποφάσεις».
Από την πλευρά του, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών σχολίασε πως «το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων παραμένει ανοιχτό» και ότι «η ελληνική κυβέρνηση θα μελετήσει την απόφαση με προσοχή».
Ο γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής, δικηγόρος, Μιλτιάδης Σφουντούρης, μιλώντας στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, σχολίασε σχετικά: «η απόφαση του Δικαστηρίου είναι αρνητική σε όλα της τα σημεία. Υπάρχει ένας δικονομικός κανόνας ότι τα εγκλήματα έγιναν, τα δικαιώματα υπάρχουν, αλλά θα πρέπει να τα διεκδικήσουν κράτη. Δηλαδή διάδικοι και διεκδικητές πρέπει να είναι μόνο κράτη». Πρόσθεσε ότι αυτό που πρέπει να γίνει τώρα είναι πιεστούν τα κράτη και να καταθέσουν προσφυγές, ώστε να διεκδικήσουν τις αποζημιώσεις από την Γερμανία για τις θηριωδίες που έγιναν κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής.

Το θετικό για την ελληνική πλευρά, υπογραμμίζει ο κ. Σφουντούρης, είναι η κίνηση των 28 βουλευτών, που υπέβαλαν αίτημα προκειμένου να συζητηθεί στην Βουλή το θέμα της διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων. Η πρωτοβουλία ανήκει στον ανεξάρτητο βουλευτή Π. Κουρουμπλή και συνυπογράφεται από βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ και της Δημοκρατικής Αριστεράς.

Ένα άλλο σημείο, σύμφωνα με τον κ. Σφουντούρη, είναι αυτό που αφορά τα θύματα στο Δίστομο, και το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί, καθώς, όπως επισημαίνει, «είναι άλλο να μην μπορείς να βρεις το δικαστή που θα δικάσει την υπόθεσή σου και άλλο να μην εφαρμόζεται μία δικαστική απόφαση».

Ικανοποίηση στο Βερολίνο

Mε ικανοποίηση έκανε δεκτή την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το Βερολίνο. Αναφερόμενος στο θέμα, ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γκίντο Βεστερβέλε, σημείωσε ότι «είναι καλό και ωφελεί όλους ότι δεν υπάρχει πλέον νομική αβεβαιότητα», ενώ διαβεβαίωσε ότι «η γερμανική προσφυγή δεν στρεφόταν εναντίον των θυμάτων του Ναζισμού, των οποίων η οδύνη δεν αμφισβητείται, όπως δεν αμφισβητείται και η γερμανική ευθύνη».

Απαντώντας εμμέσως στη δήλωση του pροέδρου του Δικαστηρίου Χισάσι Οουάντα, ο οποίος εξέφρασε την έκπληξη και τη λύπη του για το γεγονός ότι η γερμανική κυβέρνηση αρνείται τις αποζημιώσεις και κάλεσε τις δύο πλευρές να διευθετήσουν το θέμα σε διμερείς διαπραγματεύσεις, o κ. Βεστερβέλε δεσμεύθηκε ότι «πέρα από νομικές υποχρεώσεις, θα συνεχίσουμε να επανορθώνουμε». Πρόσθεσε ακόμη ότι η χώρα του θα αντιμετωπίσει όλα τα ερωτήματα για την υλοποίηση της απόφασης, «με τους Ιταλούς φίλους μας, ως εταίροι και στο πνεύμα των στενών διμερών σχέσεων εμπιστοσύνης».

Από την πλευρά της, σχολιάζοντας την απόφαση ηΔιεθνής Αμνηστία έκανε λόγο για «μεγάλη οπισθοδρόμηση για την διεθνή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», συμπληρώνοντας ότι «η ετεροδικία τίθεται υπεράνω των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».



Αναδημοσίευση: Αργύριος Μαρινάκης Έλλην Πολίτης

https://eleftheriellas.blogspot.gr/2016/12/blog-post_383.html?spref=fb

Σχόλια